ἀβλής

ἀβλής, ῆτος, , , ([etym.] βάλλω)
A not thrown or shot, ἰὸν ἀβλῆτα an arrow not yet used, Il.4.117; cf. A.R.3.279.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αβλής — ἀβλής, ο, η (Α) [βάλλω] αυτός που δεν ρίχτηκε, δεν εκτοξεύτηκε …   Dictionary of Greek

  • ἀβλής — not thrown masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβλῆσι — ἀβλής not thrown masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβλῆτα — ἀβλής not thrown masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβλῆτε — ἀβλής not thrown masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβλῆτες — ἀβλής not thrown masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβλῆτι — ἀβλής not thrown masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβλῆτος — ἀβλής not thrown masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Филемон Технолог — лексикограф; жил, вероятно, в конце V или в начале VI века; составил Технологический словарь (Λεξκόν τεχνολογικόν). Из этого словаря Сохранились: отдел Περί ονομάτων , в 323 статьях, от слова Άβλής до слова ώψ и отдел Περί ρημάτων , в 79 статьях …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • αμφίβληστρον — ἀμφίβληστρον, το (Α) 1. οτιδήποτε ρίχνεται γύρω από κάποιον ή κάτι ως δίχτυ 2. το δίχτυ τού ψαρέματος που ρίχνεται στα ρηχά νερά, πεζόβολος, αθίβολος 3. λέγεται μτφ. για τον μανδύα που έριξαν γύρω από το σώμα τού Αγαμέμνονα, σαν κυνηγετικό δίχτυ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.